Greek grammar: Irregular Verbs

From UniLang Wiki

Jump to: navigation, search

Θέματα - Αρχικοί Χρόνοι

ΕνεστώταςΕνεργητικός ΑόριστοςΠαθητικός ΑόριστοςΠαθητική ΜετοχήΑγγλική μετάφραση
-άγω-ήγαγα-άχθηκα-αγμένος to lead [in compound verbs]
απομακρύνομαι-απομακρύνθηκααπομακρυσμένοςto go out of the way, to keep aside
αποσιωπώαποσιώπησααποσιωπήθηκααποσιωπημένοςto leave unsaid, to conceal
αρέσωάρεσα--to be liked, to please
αυξάνωαύξησααυξήθηκααυξημένοςto increase
αφήνωάφησααφέθηκααφημένοςto let, to leave
βάζωέβαλα[βάλθηκα = to start]βαλμένοςto put
βάλλωέβαλα-βλήθηκα-βεβλημένοςto put, to launch
βγάζωέβγαλαβγάλθηκαβγαλμένοςto take out
βγαίνωβγήκα--to go out
βλέπωείδαειδώθηκαιδωμένοςto see
-βλέπω-έβλεψα-βλέφθηκα-to see [in compound verbs]
βρέχωέβρεξαβράχηκα, βρέχτηκαβρε(γ)μένοςto wet
βρίσκωβρήκαβρέθηκα-to find
γίνομαιέγινα--to become
γδέρνωέγδαραγδάρθηκαγδαρμένοςto flay, to scratch
γέρνωέγειρα-γερμένοςto bend
δέρνωέδειραδάρθηκαδαρμένοςto beat, to whip
διαβαίνωδιάβηκα--to pass through
διαμαρτύρομαι-διαμαρτυρήθηκαδιαμαρτυρημένοςto protest
διδάσκωδίδαξαδιδάχτηκαδιδαγμένοςto teach
δίνωέδωσαδόθηκαδοσμένοςto give
εγκαθιστώεγκατέστησαεγκαταστάθηκαεγκατεστημένοςto settle
έρχομαιήρθα--to come
εύχομαι-ευχήθηκα-to wish
θέλωθέλησα--to want
θέτωέθεσατέθηκα-τεθειμένοςto set
κάθομαικάθισα-καθισμένοςto sit
καίωέκαψακάηκακαμένοςto burn
κάνωέκανα-καμωμένοςto do
καταλαβαίνωκατάλαβα--to understand
κατεβαίνωκατέβηκα-κατεβασμένοςto go down
κλαίωέκλαψακλαύτηκακλαμένοςto cry
λαμβάνωέλαβα--ειλημμένοςto receive
λαχαίνωέλαχα--to fall to one’s lot
λέ(γ)ωείπαειπώθηκαειπωμένοςto say
μαθαίνωέμαθαμαθεύτηκαμαθημένοςto learn
μακραίνωμάκρυνα--to lengthen, to become longer
μένωέμεινα--to stay
μπαίνωμπήκα-[μπασμένος = short,stupid]to go into, [to be put]
ντρέπομαι-ντράπηκα-to be ashamed of
παθαίνωέπαθα--to endure, to suffer
παραγγέλλω,(-έλνω)παρήγγειλαπαραγγέλθηκαπαραγγελμένοςto order
πετυχαίνωπέτυχα-πετυχημένοςto succeed
πέφτωέπεσα-πεσμένοςto fall down
πηγαίνω, πάωπήγα--to go
πίνωήπιαπιώθηκαπιωμένοςto drink
πλένωέπλυναπλύθηκαπλυμένοςto wash
προλαβαίνωπρόλαβα--to forestall, to be in time
προσεύχομαι-προσευχήθηκα-to pray
σέβομαι-σεβάστηκα-to respect
στέκομαι, στέκω-στάθηκα-to stand
στέλνωέστειλαστάλθηκασταλμένοςto send
στρέφωέστρεψαστράφηκαστραμμένοςto turn
σωπαίνωσώπασα--to keep silence
τείνωέτεινα-τάθηκα τεταμένοςtend
τρέπωέτρεψατράπηκα-τραμμένοςto turn (mostly in compound verbs)
τρώ(γ)ωέφαγαφαγώθηκαφαγωμένοςto eat
τυχαίνω, τυγχάνωέτυχα--τυχημένος to happen
υπόσχομαι-υποσχέθηκαυποσχεμένοςto promise
φαίνομαι-φάνηκα-to appear, to seem
φεύγωέφυγα--to leave, to go away
φταίωέφταιξα--to be wrong
χαίρομαι-χάρηκα-to be happy
χορταίνωχόρτασα-χορτασμένοςto be satiated
ψέλνωέψαλαψάλθηκαψαλμένος to sing (in church)

Απαρέμφατα

Ενεστώτας (τρίτο πρόσωπο)Ενεργητικό απαρέμφατοΠαθητικό απαρέμφατο
-άγει-αγάγει-αχθεί
απομακρύνεται-απομακρυνθεί
αποσιωπάαποσιωπήσειαποσιωπηθεί
αρέσειαρέσει-
αυξάνειαυξήσειαυξηθεί
αφήνειαφήσειαφεθεί
βάζειβάλειβαλθεί
-βάλλει-βάλει-βληθεί
βγάζειβγάλειβγαλθεί
βγαίνειβγει-
βλέπειδειειδωθεί
-βλέπει-βλέψει-βλεφθεί
βρέχειβρέξειβραχεί, βρεχτεί
βρίσκειβρειβρεθεί
γίνεταιγίνει-
γδέρνειγδάρειγδαρθεί
γέρνειγείρει-
δέρνειδείρειδαρθεί
διαβαίνειδιαβεί-
διαμαρτύρεται-διαμαρτυρηθεί
διδάσκειδιδάξειδιδαχτεί
δίνειδώσειδοθεί
εγκαθιστάεγκαταστήσειεγκατασταθεί
έρχεταιέρθει, (-'ρθεί)-
εύχεται-ευχηθεί
θέλειθελήσει-
θέτειθέσειτεθεί
κάθεταικαθίσει-
καίεικάψεικαεί
κάνεικάνει-
καταλαβαίνεικαταλάβει-
κατεβαίνεικατεβεί-
κλαίεικλάψεικλαυτεί
λαμβάνειλάβειληφθεί
λαχαίνειλάχει-
λέ(γ)ειπειειπωθεί
μαθαίνειμάθειμαθευτεί
μακραίνειμακρύνει-
μένειμείνει-
μπαίνειμπει-
ντρέπεται-ντραπεί
παθαίνειπάθει-
παραγγέλλει, (-έλνει)παραγγείλειπαραγγελθεί
πετυχαίνειπετύχει-
πέφτειπέσει-
πηγαίνει, πάειπάει-
πίνειπιειπιωθεί
πλένειπλύνειπλυθεί
προσερχεται-προσευχηθεί
σέβεται-σεβαστεί
στέκεται, στέκει-σταθεί
στέλνειστείλεισταλθεί, σταλεί
στρέφειστρέψειστραφεί
σωπαίνεισωπάσει-
τείνειτείνει[-ταθεί]
τρέπειτρέψειτραπεί
τρώ(γ)ειφάειφαγωθεί
τυχαίνει, τυγχάνειτρχει-
υπόσχεται-υποσχεθεί
φαίνεται-φανεί
φεύγειφύγει-
φταίειφταίξει-
χαίρεται-χαρεί
χορταίνειχορτάσει-
ψάλλει, ψέλνειψάλειψαλεί

>> Languages >> Greek >> Greek grammar

Personal tools

« Return to the main site